Τα Κουκούλια
Πολιτιστικός Σύλλογος Κουκουλίων, υπηρετώντας τον πολιτισμό και τον τόπο μας. "Η Ιστοσελίδα του Συλλόγου μας λειτουργεί από το 1999"

Εθιμα

Έθιμα
Χριστουγέννων
Άλλα έθιμα
Μεγάλης Εβδομάδας
Καγκελάρι
Του γάμου


Μεγάλης Εβδομάδας

Του Λαζάρου:

Το Σάββατο του Λαζάρου, τα αγόρια σε μικρές συντροφιές, κρατώντας στο χέρι ένα καλάθι στολισμένο εξωτερικά με αγριολούλουδα, ενώ στον πάτο του καλαθιού τοποθετούσαν χόρτα και ένα αυγό, πηγαίνανε από πόρτα σε πόρτα, όλα τα σπίτια του χωριού, να πούνε το Λάζαρο. Οι νοικοκυραίοι τους έδιναν αυγά (ένα ή περισσότερα), ή χρήματα.
Λόγια του τραγουδιού:

«Σήμερον έρχεται ο Χριστός ο επουράνιος Θεός
και σ την πόλη Βηθανία, Μάρθα κλαίει και Μαρία
Λάζαρο τον αδελφό τους τον γλυκύ ( και) καρδιακό τους,
Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν και τον μοιρολογούσαν,
την ημέρα την Τετάρτη κίνησε ο Χριστός για νάρθει
Βγήκε(Μάρθα) κι η Μαρία έξω από τη Βηθανία
και εμπρός γονατιστή και τους πόδας του φιλεί
αν εδώ ήσουν Χριστέ μου, δεν θα πέθαινε ο αδελφός μου
μα εγώ τώρα πιστεύω και τάρταρα αναδεύω.
ότι δύνασαι, αν θέλεις και νεκρούς να ανασταίνεις.
Λέγε πίστευε η Μαρία άγωμεν εις τα μνημεία.
Τότε κι ο Χριστός δακρύζει και τον Άδη φοβερίζει.
Άδη Τάρταρε και Χάρε. Άδη Τάρταρε και Χάρε
Δεύρο έξω Λάζαρε μου φίλε και αγαπητέ μου.
Λάζαρος απελυτρώθη, ανεστήθη κι εσηκώθη
ζωντανός σαβανωμένος και με το κερί ζωσμένος.
Τότε η Μάρθα και η Μαρί,α τότε όλη η Βηθανία,
μαθητές και αποστόλοι τότε ευρεθήκαν όλοι
Δόξα το Θεό φωνάζουν και το Λάζαρο εξετάζουν.
Λάζαρε πες μας τι είδες, εις τον Άδη όπου πήγες;
Είδα φόβους είδα τρόμους είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι
της καρδιάς και των χειλέων και μη με ρωτάτε πλέον.”

Των Βαΐων:

Το έθιμο ήταν, να φέρνουν στην εκκλησία, από ένα φόρτωμα δάφνης όσοι είχαν παντρευτεί τον τελευταίο χρόνο (από το περασμένο Πάσχα) ή χριστιανοί που είχαν κάνει «τάμα».
Την δάφνη την κουβαλούσαν από το Μεγαμπέλι.
Τα Βάγια μοιράζονταν, αφού τα ευλογούσε πρώτα ο παπάς και οι χωριανοί μας τα μετέφεραν στα σπίτια τους, τοποθετούσαν μερικά στην εξώπορτα του σπιτιού και τα υπόλοιπα στο εικονοστάσι.

Της Μεγάλης Παρασκευής:

Χαράματα σε μικρές συντροφιές τα αγόρια, όπως και το Σάββατο του Λαζάρου, πηγαίνανε να πούνε τα «Πάθη» του Χριστού, κρατώντας στο χέρι ένα ψάθινο καλάθι για να μαζεύουν τα αυγά. Το πάνω μέρος είναι τυλιγμένο με μαύρο μαντίλι και στολισμένο με λουλούδια. Τα αυγά τοποθετούνται πάνω σε στρώμα από λουλούδια ή πρασινάδα. Παλαιά συνηθίζονταν να κρύβουν τα αυγά κάτω από την πρασινάδα και άφηναν να φαίνονται λίγα (1-4), ο λόγος ήταν να νομίζουν οι νοικοκυραίοι των σπιτιών που επισκέπτονταν ότι είχαν λίγα αυγά, για να τους δίνουν περισσότερα.

Λόγια του τραγουδιού:

Κάτω στα Ιεροσόλυμα, και στου Χριστού τον Τάφο
εκεί δενδρός δεν ήτανε, δέντρος εφανερώθη.
Ο δένδρος ήταν ο Χριστός και ρίζα η Παναγία,
κι αυτά τα ριζοκλώναρα ήταν οι μαθητές του.
Που μαρτυρούσαν κι έλεγαν, Τα Πάθη σου Χριστέ μου.

Σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρη μέρα
σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται
σήμερον βάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά και οι τρισκαταραμένοι
για να σταυρώσουν το Χριστό των Πάντων Βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι,
να λάβει δείπνον μυστικόν να τον συλλάβουν όλοι.

Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.
γιατί είχε Γιό μονογενή και κείνον Σταυρωμένο.
Φωνή της ήρθε εξ ουρανού και απ΄ Αρχαγγέλου στόμα.
Πάψε Κυρά μ΄τας προσευχάς, πάψε τας μετανοίας,
τον Γιό σου τον επιάσανε και στον Χαλκιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τας αυλάς εκεί τον τυραγνάνε.

Χαλκιά-Χαλκιά φκιάσε καρφιά, φκιάσε τρία περόνια
και κείνος ο παράνομος βαρεί και φκιάνει πέντε.
Συ Φαραέ (ή Χαλκιά) μ΄ που τάφκισες να ρθείς να μας διατάξεις.
Τώρα που με ρωτήσατε, εγώ θα σας διατάξω.
Βάλτε τα δύο στα χέρια του, τ΄άλλα τα δύο στα πόδια,
Το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά Του.
Να βγάλει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά Του.

Η Παναγιά σαν τ΄ άκουσε έπεσε και λιγώθει.
Στάμνες νερό της ρίξανε και τρία κανάτια μόσχο,
και τρία μυροδόσταμνα για να της έρθει ο νους της.
Όταν της ήρθε ο λογισμός όταν της ήρθε ο νους της,
ζητάει μαχαίρι να σφαγεί, φωτιά να πάει να πέσει,
Ζητάει γκρεμό να γκρεμιστεί για τον Μονογενή της.

Η Μάρθα η Μαγδαλινή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδελφή, οι τέσσερις αντάμα.
Στρατί το δρόμο πήρανε στρατί το μονοπάτι,
Το μονοπάτι τις έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.
Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.
Κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.

Κοιτά δεξιά κοιτά ζερβά κανέναν δεν γνωρίζει,
κοιτά και δεξιότερα και βλέπει τον Αϊ – Γιάννη.
Αϊ-Γιάννη, Αϊ-Γιάννη πρόδρομε και βαπτιστή του Γιού Μου
μην είδες τον Υγιόκα μου και τον Διδασκαλό σου;
Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χειροπάλαμα να Σου Τον εδείξω.
Βλέπεις Εκείνον τον γυμνόν στο ξύλο σταυρωμένο;
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;
όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος είναι ο γιόκας σου και μένα ο Δάσκαλός μου.

Η Παναγιά πλησίασε, γλυκά τον ερωτάει.
Δε μου μιλάς παιδάκι μου δεν μου μιλάς παιδί μου.
Τι να σου πω μανούλα μου, διάφορο δεν έχεις .
το Μέγα Σάββατο να΄ρθείς κατά το μεσονύχτι,
όταν λαλήσει ο πετεινός, Σημάνουν οι καμπάνες,
Σημάνει ο Θεός σημάνει η γη, Σημάνουν τα επουράνια
Σημάνει κι η Αγιά Σοφιά το μέγα μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα και εξήντα δυό καμπάνες
Κάθε καμπάνα και παπάς Κάθε παπάς και Διάκος.
Τότε και συ μανούλα μου Πάλι θα μ΄ανταμώσεις.

(Η συγκέντρωση των στοιχείων έγινε από πληροφορίες από γέροντες – γερόντισσες του χωριού)
Χριστουγέννων

ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ

Τα καλικαντζαρούδια ή παγανά, είναι κάτι αλλόκοτα πράματα που βγαίνουν το Δωδεκαήμερο. Δεν έχουν τίποτα το σωστό επάνω τους.
Έχουνε ουρά, μια μύτη ζούφια, είναι κοκαλιάρικα, μαύρα. Βγαίνουν αποβραδίς και φεύγουν με το λάλημα του πετεινού.
Έριχναν στις σκεπές των σπιτιών κλαδιά από κέδρο, από τις παραμονές των Χριστουγέννων και τα βράδια στο τζάκι, έκαιγαν επίσης μερικά κλαδιά από κέδρο, για να μην πλησιάζουν τα παγανά.
Δεν άφηναν τις βαρέλες νερού, έξω στα πεζούλια γιατί, λέγανε, τις μαγάριζαν τα παγανά.
Δεν άφηναν βλάρι στον αργαλειό το Δωδεκαήμερο, γιατί βροντούσαν όλη τη νύχτα το ξυλόχτενο τα καλικαντζαρούδια..
Δεν άφηναν ρούχα έξω γιατί τα μαγάριζαν τα καλικαντζαρούδια.
Καίγανε παλιοπάπουτσα και τα πετούσαν στην αυλή να μυρίζουν, να μη πλησιάζουν τα καλικαντζαρούδια.
Βάζανε κόσκινο ή σήτα στο παραθύρι να μετράνε τα παγανά τις τρύπες. Κι όσο να τελειώσουν το μέτρημα, λάλαγαν τα κοκόρια.
Τα παγανά φεύγουν με θυμίαμα, με φωτιά, με σταυρό, με το «Πιστεύω» και το «Πάτερ Ημών».
Δεν γνέθουν οι νοικοκυρές γιατί τους παίρνουν τη ρόκα τα παγανά.
Δεν κόβουν ξύλα από κουφαλιάρικα δέντρα, γιατί μπορεί να πέσουν πάνω στα παιδιά των καλικάντζαρων. Και τότε τους στρώνουν στο ξύλο και τους πετούν στο ρέμα τα «παγανά».
Δε λούζονταν εκτός από τις τρεις παραμονές Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Φώτων, γιατί θα τους έπαιρναν τα μυαλά τα καλικαντζαρούδια.
Δεν πετούσαν τη στάχτη από το τζάκι έξω. Τη μάζευαν στο σταχτολόγο.
Την παραμονή των Χριστουγέννων oι νοικοκυρές ζύμωναν και έψηναν ψωμί καθάριο ή ανεβατό για τις γιορτές.
Έφτιαχναν λειτουργιές για την εκκλησία.
Κουλούρες ή Χριστόψωμα. Την κουλούρα για τα ζώα, «την κατσικοκούλουρα» την κεντούσαν με «βελαντζιούρες» (κελύφη βελανιδιών) ή με φλιτζάνι, για να κάνουν θηλυκά τα πρά¬ματα (αρνάδες, κατσικάδες, μόσχες, φοράδες) και να έχουν έτσι προκοπή. Το κέντημα αυτό σταυρωτά το λέγανε και «σφράγισμα με βελαντζιούρες» ή «σφράγισμα με φλιτζάνι».
Το βράδυ της Παραμονής φτιάχνανε «τα σπάργανα του Χριστού» (τηγανίτες χωρίς λάδι, με ζυμάρι, ψημένες στην πλάκα και βουτηγμένες στο μελόνερο ή ζαχαρόνερο).
Ανήμερα των Χριστουγέννων:
Πρωί συνήθως, των Χριστουγέννων προτιμούσαν να μπει θηλυκό (γυναίκα, κορίτσι) στο σπίτι, για να έχουν προκοπή τα πράματα (ζώα).
Έμπαινε στο σπίτι ένας γείτονας με μια κλάρα χλωρή (τούφας-τσιοπόρας με θηλυκή ονομασία). Την έριχνε στη φωτιά στο τζάκι και καθώς «πρατσάλαε» έκανε «πρατς-προυτς», έλεγε: «Άιντε, αρνάδες, κατσικάδες, μόσχες, φοράδες και σερκά παιδιά οι νιφάδες».
Το τάισμα της βρύσης: Τα ξημερώματα της ημέρας των Χριστουγέννων, αδειάζανε όλα τα δοχεία που περιείχαν νερό στο σπίτι και μια από τις γυναίκες του σπιτιού (συνήθως νεαρή) πήγαινε να φέρει νερό από τη βρύση. Στο δρόμο όταν πήγαινε και όταν γύριζε από την βρύση, παρέμεινε αμίλητη.
Γι΄ αυτό το λόγο το νερό αυτό ονομάζονταν και αμίλητο ή άχραντο. Εκτός από τη στάμνα η γυναίκα που θα έφερνε το νερό, είχε μαζί της και διάφορα φαγώσιμα
όπως μέλι, βούτυρο, σιτάρι, τυρί, κ.α. Αυτά τα τρόφιμα τα άφηνε στην βρύση (την τάιζε) πριν γεμίσει τη στάμνα της με νερό.
Κατά την διάρκεια του γεμίσματος της στάμνας η γυναίκα έκανε διάφορες ευχές, παραμένοντας πάντα αμίλητη.
Όταν επέστρεφε στο σπίτι και αφού έπιναν όλοι από το αμίλητο νερό, ράντιζε με αυτό το σπίτι.
Οι Χρηστάδες και οι Μανώληδες γιόρταζαν τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων.
Τ΄Αι Βασιλειού φτιάνανε κουλούρια τρύπια στη μέση και τα κρεμούσαν στα κέρατα γιδιών, γελαδιών, για να γεννήσουν θηλυκά.
Από την Πρωτοχρονιάτικη πίτα χωρίζουν κομμάτι και για τα πράματα (γίδια, πρόβατα, γελάδια κ.λπ.).
Του Σταυρού (5 Γενάρη):
Μάζευαν τη στάχτη από το σταχτολόγο (χώρο τζακιού) και τη σκόρπιζαν στον κήπο, το αμπέλι, τα κλαριά, κλπ για να έχουν προκοπή.
Περνούσε ο παπάς και ράντιζε τα σπίτια για αγιασμό.
Μόλις πέσουν οι Σταυροί στο νερό, φεύγουν τα καλκαντζούρια.
Τα Φώτα:
Από κάθε σπίτι πηγαίνουν νερό στην εκκλησιά μέσα σε δοχείο-μπουκάλι, μαστραπά, μικρό τσουκάλι, χωρίς καπάκι πάντα, «να αγιαστεί».
Το λένε «αγίασμα» ή «φωτονέρι» ή «αγιονέρι».
Από το «Αγίασμα» πίνουν στο σπίτι μια γουλιά, ραντίζουν τα μαντριά, τον κήπο, τα κλαριά. Κρατούν λίγο και το φυλάνε στο εικόνισμα ως τα επόμενα φώτα για ξεμάτιασμα, για πόνο στ” αυτιά κλπ.. Το παλιό «αγιονέρι» το χύνουν σε απάτητο μέρος.
Τα παιδιά πηγαίνανε από σπίτια σε σπίτι και τραγουδούσαν τα «Κάλαντα των φώτων»:

Λόγια του τραγουδιού:

Σήμερα είν’ τα φώτα,
που γεννάει η κότα,
πίσω από την πόρτα.

Σφίγγω ένα λ΄ θάρι,
την παίρνω στο ποδάρι,
όι, όι, ποδαράκιι μου.

Τα παιδιά τ΄καλόερου
έπεσαν και πέθαναν
μεσ’ την Κάτω Παναγιά.

Ανώια και κατώια
κλειδωνιές και κλειδωνάκια,
άνοιξαν να μπούνε μέσα,
εβρήκαν το λίκο π΄χώρευε
και η αλεπού συγκάθαγε…….

Τ΄ Αι Βασιλειού τα παιδιά πηγαίνανε από σπίτια σε σπίτι και τραγουδούσαν:

«Άγιος Βασίλης έρχεται, και δεν μας καταδέχεται,
από την Καισαρεία, σύ ‘σαι αρχόντισα κυρία.,
Βαστά εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.
Δες και με το παληκάρι…»,

(Η συγκέντρωση των στοιχείων έγινε από πληροφορίες γερόντων χωριού και από τη λαογραφική συλλογή «Λαική Λατρεία» Χρ. Σκανδάλη, δημοσιευμένη στην «Ηπειρώτικη Εστία» τ.28/1976 και 29/1980)

Καγκελάρι

Παραδοσιακός χορός

Πως χορεύεται:

Οι χορευτές σχηματίζουν κύκλο και ενώνουν τα χέρια τους στους αγκώνες και στα δάχτυλα και μοιάζουν με σφιχτοπλεγμένη αλυσίδα.
Σχηματίζεται ένας μεγάλος, επιβλητικός κύκλος που καλύπτει όλη την περίμετρο της πλατείας. Το χωριό και οι ξένοι, σε μια πρωτότυπη ενότητα έτοιμοι για το τραγούδι.
Πολύ παλιά ο χορός στο καγκελάρι γινόταν διπλός (δύο κύκλοι), εξωτερικά οι άνδρες και εσωτερικά οι γυναίκες.
Αργότερα, ο χορός γινόταν σε έναν κύκλο. Το χορό έσερνε ο προεστών, ο πρωτοκάθεδρος του χωριού, ακολουθούσαν οι γεροντότεροι, στη συνέχεια οι υπόλοιποι άνδρες και ακολουθούν οι γυναίκες, πάλι με τη σειρά της ηλικίας. Στη μέση ξεχώριζε ο «διαφεντευτής» που έκανε κουμάντο για το κανονικό άνοιγμα του κύκλου, την καλή εκτέλεση του χορού και το τραγούδι. Σήμερα ορίζεται ένας ηλικιωμένος σεβάσμιος χωριανός, κάποτε και ιερωμένος που ξέρει το χορό και το τραγούδι και ακλουθούν (7-10) πρωτοπόροι, οι «μπροστάρηδες» που τραγουδούν όλοι. Οι πρώτοι, οι πιο παλιοί, αρχίζουν το τραγούδι, που τα επαναλαμβάνουν αντιφωνικά οι υπόλοιποι.
Ρυθμός αργός, λιτός, λεβέντικος.
Κατά τη διάρκεια του χορού, ο πρώτος του χορού, γυρνά αριστερά, δημιουργώντας έτσι ένα δεύτερο, μικρότερο κύκλο, όταν λέει το τραγούδι:
«Συ που σέρνεις το χορό, κάνε διπλοκάγκελο … διπλοκαγκελίσματα», στη συνέχεια στο τραγούδι ακούγεται
«Κάνε τριτοκάγκελο…» και νέος κύκλος προστίθεται στους προηγούμενους κ.ο.κ. μέχρι που ακούγεται «Συ που σέρνεις το χορό , Τράβα σιάσε το χορό» και επανέρχεται ο χορός στον αρχικό μεγάλο κύκλο.

Ιστορία:

Το καγκελάρι πήρε το όνομα από τους σχηματισμούς αυτούς, τα καγκελαρίσματα. Το σφιχτό πιάσιμο των χεριών και τα έντεχνα στριφογυρίσματα επινοήθηκαν στα χρόνια της σκλαβιάς, για να ανταλλάσουν οι Έλληνες κάποια μηνύματα και πληροφορίες, χωρίς να παίρνουν είδηση οι Τούρκοι. Συχνά οι υπαινιγμοί ακούγονταν και μέσα στα λόγια των τραγουδιών.
Τα σφιχτά δεμένα χέρια ήταν σαν να έδινε ο ένας στον άλλο θάρρος και το πάτημα στο σκοπό του χορού, ήταν δυνατό και οργισμένο, έμοιαζε σαν να πατούσαν την τυραννία.
Το καγκελάρι χορεύεται σε χωριά των Τζουμέρκων στα καλοκαιρινά πανηγύρια, επειδή τότε βρίσκονται στα χωριά τους οι ξενιτεμένοι.
Στο χωριό μας χορεύονταν παλαιά αλλά και σήμερα στις 16 Αυγούστου.
Σε άλλα χωριά του Σουλίου χορεύεται την εβδομάδα της Λαμπρής, όπως γινόταν παλιά.
Αρχίζει τη Δευτέρα του Πάσχα και τελειώνει την Παρασκευή της Ζωοδόχου πηγής. Το πρώτο τραγούδι είναι θρησκευτικό, «σήμερα Χριστός Ανέστη» και η παράδοση θέλει να το αρχίζει ο παπάς του χωριού.

Λόγια του τραγουδιού:

1. Τέτοια ώ.,.μωρ” τέτοια ώ… Τέτοια ώρα ήταν εψές.
2. Τέτοια ώρα ήταν εψές, Τέτοια και παραπροψές.
3. Στο χορό μωρ “στο χορό, στο χορό που χόρευαν.
4. Στο χορό, που χόρευαν, όλο αγόρια και ξανθές.
5. Όλα αγόρια και ξανθές και κορίτσια ανύπαντρα.
6. Και στη με…μωρ “και στη με… και στη μέση στο χορό.
7. Και στη μέση στο χορό κάθεται χρυσός αετός.
8. Κάθεται χρυσός αητός και τροχάει τα νύχια του.
9. Και τροχάει τα νύχια το, τα χρυσά φτερούγια του.
10. Το Θεό μωρ” το Θεό, το Θεό παρακαλεί.
11. Το Θεό παρακαλεί, Θε μου δως μου δύναμη.
12. Θε μου δως μου δύναμη, Θε μου δως μου προθυμιά.
13. Θε μου δως μου προθυμιά, να ριχτώ ν΄ αρπάξω μιά.
14. Να ριχτώ ν΄ αρπάξω μια, κι αν δεν την εδιάλεγα.
15. Κι αν δεν την εδιάλεγα, να ’πεφταν τα νύχια μου.
16. Να ’πεφταν τα νύχια μου, τα χρυσά φτερούγια μου.
17. Συ, που σε…μωρ “συ που σε… συ που σέρνεις το χορό.
18. Συ, που σέρνεις το χορό σαν κλωνί βασιλικό.
19. Σαν κλωνί βασιλικό, σαν κλωνάρι αμάραντο.
20. Σαν κλωνάρι αμάραντο, κάνε πρώτο κάγκελο.
21. Κάνε πρώτο κάγκελο, Πρωτοκάγγελίσματα
22. Συ, που σε.,.μωρ “συ που σε… συ, που σέρνεις το χορό.
23. Συ, που σέρνεις το χορό σαν κλωνί βασιλικό.
24. Σαν κλωνί βασιλικό, σαν κλωνάρι αμάραντο.
25. Σαν κλωνάρι αμάραντο, κάνε Διπλοκάγκελο.
26. Κάνε Διπλοκάγκελο, Διπλοκάγκελίσματα.
27. Συ, που σε.,.μωρ “συ που σε… συ, που σέρνεις το χορό.
28. Συ, που σέρνεις το χορό σαν κλωνί βασιλικό.
29. Σαν κλωνί βασιλικό, σαν κλωνάρι αμάραντο.
30. Σαν κλωνάρι αμάραντο, κάνε τρίτο κάγκελο.
31. Κάνε τρίτο κάγκελο, Τριτοκάγγελίσματα
32. Συ, που σέρνεις το χορό σαν κλωνί βασιλικό.
33. Σαν κλωνί βασιλικό, σαν κλωνάρι αμάραντο.
34. Σαν κλωνάρι αμάραντο, κάνε Τετροκάγκελο.
35. Κάνε Τετροκάγκελο, Τετροκάγγελίσματα.
36. Συ, που σέρνεις το χορό σαν κλωνί βασιλικό.
37. Σαν κλωνί βασιλικό, σαν κλωνάρι αμάραντο.
38. Σαν κλωνάρι αμάραντο, κάνε πέμπτο κάγκελο.
39. Κάνε πέμπτο κάγκελο, Πέμπτοκάγγελίσματα
40. Συ, που σέρνεις το χορό, σαν κλωνί βασιλικό.
41. Σαν κλωνί βασιλικό, Τράβα σιάσε το χορό.
42. Τράβα σιάσε το χορό, είμαι ξένος και θα ιδώ
43. Είμαι ξένος και θα ιδώ, και θα πάω να μολογώ
44. Και θα πάω να μολογώ, στα χωριά που θα διαβώ.
45. Στα χωριά που θα διαβώ, κείνο που είδα εκειό θα πω.
46. Μεσ’ τον πε.. μωρ΄μεσ’ τον πε.., μεσ’ τον πέρα μαχαλά
47. Μες τον πέρα μαχαλά, πέθανε μια καλογριά.
48. Πέθανε μια καλογριά και την παν’ στην εκκλησιά
49. Και την παν στην εκκλησιά, με λαμπάδες με κεριά.
50. Με λαμπάδες με κεριά, με χρυσά εικονίσματα.
51. Με χρυσά εικονίσματα, μ΄ ασημένια θυμιατά.
52. Μ΄ ασημένια θυμιατά, με σταρίσια λειτουργιά.
53. Με σταρίσια λειτουργιά, κι ο Δεσπότης πάει μπροστά.
54. Μα τον Ά μωρ’ μα τον Ά, μα τον Άγιο Αϊ Νικόλα
55. Μα τον Άγιο Αϊ Νικόλα, τι χορός θα γίνει τώρα.
56. Μα τον Ά…μώρ “μα τον Ά, μα τον Άγιο Κωνσταντίνο.
57. Μα τον Άγιο Κωνσταντίνο, το χορό δεν τον αφήνω,
58. Μα τον Ά…μωρ “μα τον Ά, μα τον Άγιο Αϊ Γιάννη.
59. Μα τον Άγιο Αϊ Γιάννη, ο χορός πάει γαϊτάνι.
60. Μα τον Ά…μωρ “μα τον Ά, μα τον Άγιο Αϊ Θανάση.
61. Μα τον Άγιο Αϊ Θανάση, ο χορός δεν θα χαλάσει.
62. Μα τον Ά…μωρ “μα τον Ά, μα τον Άγιο Αϊ Σένη.
63. Μα τον Άγιο Αϊ Σένη, Κυριακή θα φύγουν οι ξένοι.

Ακολουθεί το τραγούδι «Μαρία λεν την Παναγιά», ή «η Κοστελάτα» που τραγουδιέται από γυναίκες και άνδρες.

(Η συγκέντρωση των στοιχείων έγινε από το βιβλίο του Χρ. Θεοδώρου «Το χωριό μου Κουκούλια Τζουμέρκων», άρθρο Γ. Φαρμάκη στην εφημερίδα Τζουμερκιώτικα Νέα, πληροφορίες από γέροντες του χωριού)

Του γάμου

Η χαρά αυτή του γάμου κρατούσε (8) ολόκληρες μέρες.
Τα συνοικέσια έκαναν οι προξενητάδες.
Στο γάμο οι καλεσμένοι φέρνανε αντί για δώρα, που κάνουν σήμερα, σφαχτά, πίτες και μπουγάτσες.
Ο γαμπρός έβλεπε τη νύφη, όταν ο Νουνός σήκωνε την «τσίπα», με την οποία ήταν σκεπασμένο το πρόσωπό της.
Τους αρραβώνες έκαναν οι γονείς ή οι στενοί συγγενείς. Ύστερα καμιά επαφή γαμπρός και νύφη. Σαν ξένοι μέχρι τα στέφανα.
Στο γάμο ο γαμπρός ήταν υποχρεωτικό να έχει ένα «βλάμη» (εξάδελφό του ή φίλο του) συνοδό του.
Την Τετάρτη βράδυ «πιάναν τα προζύμια», έβαζαν στη μέση απ” το σπίτι το σκαφίδι και δίπλα ένα τσουβάλι με αλεύρι και μία σήτα.
Ο βλάμης έριχνε αλεύρι στη σήτα και τότε όσα χέρια μπορούσαν να πιάσουν τη σήτα την κουνούσαν (κοσκίναγαν) λέγοντας ευχές στο γαμπρό: «Να ζήσεις και καλά στέφανα». Στη συνέχεια μία ομάδα ξεκινούσε από το σπίτι του γαμπρού και πήγαινε στο σπίτι της νύφης, με λίγο προζύμι για να αλείψει την νύφη, το ίδιο γινόταν και από το σπίτι της νύφης… Οι συμπέθεροι δεν έπρεπε να συναντηθούν στο δρόμο. Αν τυχόν και συναντιόντουσαν, η μία ομάδα κρύβονταν για να περάσει η άλλη. Όταν έφταναν στο σπίτι του γαμπρού ή της νύφης, τους άλειφαν σταυρωτά με το προζύμι, στο μέτωπο και στο πιγούνι λέγοντας ευχές και στη συνέχεια γλεντούσαν.
Μετά, αφού ανάπιαναν τα προζύμια, Το ’ριχναν στο γλέντι όλη τη νύχτα.
Την Παρασκευή ετοίμαζαν τα «κλούρια» με τα δώρα, τα οποία ο «βλάμης» του γαμπρού, πάντα καβάλα στο άλογο, θα πήγαινε στη νύφη για το κάλεσμα. Όταν έφτανε στην πόρτα της νύφης έριχνε με κουμπούρα ή το γκρα του, τρία ντουφέκια ή πέντε, όσα ήθελε, αρκεί να ήταν μονά. Η κουλούρα ήταν κεντημένη «με ένα κεντρικό λουλούδι και γύρω-γύρω κληματόβεργες με σταφύλια». Στο κέντρο έβαζαν μία λίρα. Όταν πήγαινε ο βλάμης στο σπίτι της νύφης, η νύφη έβγαζε το κέντρο της μπουγάτσας και έπαιρνε τη λίρα. Μετά ο βλάμης και η νύφη τραβούσαν με το ένα χέρι από το κέντρο τη μπουγάτσα για να κοπή. Όποιος έπαιρνε το μεγαλύτεροι κομμάτι ήταν «ο αξιότερος, ο ποιο τυχερός». Έπειτα γύριζε στο σπίτι του γαμπρού φέρνοντας τα δώρα που έστελνε η νύφη.
Μετά ο βλάμης θα πήγαινε και τα «κλούρια» του Νουνού. Γυρίζοντας στο σπίτι του γαμπρού αναλάμβανε να σταλούν όλα τα καλέσματα στους συγγενείς και φίλους του γαμπρού. Το ίδιο έκανε και κάποιος συγγενής της νύφης. Μετά όλοι οι καλεσμένοι, τόσο του γαμπρού όσο και της νύφης, έπρεπε να στείλουν στο σπίτι των νεόνυμφων «πρεβέντα» μία μπουγάτσα, μία πίττα και κρέας.
Το Σάββατο ο πατέρας του γαμπρού έστελνε ένα δικό του γέροντα στο σπίτι της νύφης, για να καταγράψει την προίκα, που απαρτιζόταν συνήθως, εκτός από τα κεντήματα και τα πανικά προικιά της και τα ατομικά ρούχα της νύφης, που θα ήταν μέσα σ” ένα μπαούλο, απαραιτήτως από σιγκούνια για φόρτωμα, ένα τσαπί, ένα δρεπάνι, μία τσεκούρα, μία τριχιά πολύχρωμη (νυφιάτικη) για να φέρει το κρύο νερό από τη βρύση με τη βαρέλα, μερικά χαλκώματα και τον γιούκο με τα σκεπάσματα.
Το βράδυ του Σαββάτου έρχονταν οι πλησιέστεροι συγγενείς, του γαμπρού, ετοίμαζαν κλούρες και σφαχτά, έφταναν τότε και τα βιολιά και γινόταν γλέντι, το λεγόμενο «ζιαφέτι», που κρατούσε όλη τη νύχτα.
Την Κυριακή το πρωί ο γαμπρός με (10) περίπου νέους πήγαινε να πάρει το Νουνό. Όταν γύριζαν στο σπίτι, έβαζαν ένα τραπέζι στη μέση του σπιτιού, όπου ο κουρέας του χωριού ξυράφιζε το γαμπρό. Τα όργανα έπαιζαν, οι γυναίκες τραγουδούσαν και όλοι οι καλεσμένοι ασήμωναν το γαμπρό με γρόσια, λέγοντας την ευχή «Καλά στέφανα».
Το τραγούδι που έλεγαν ήταν σ” όλα τα χωριά το ίδιο «Ξουράφια από τα Γιάννινα και ακόνια από την Πόλη κλπ.».
Το μεσημέρι έστρωναν τραπέζι, έτρωγαν πάντα με την συνοδεία των οργάνων (βιολί, κλαρίνο και ντέφι) και μετά το γεύμα ξεκίναγαν για την νύφη, με ντουφεκιές και τραγούδια.
Όταν έφταναν κοντά στο σπίτι της νύφης τραγουδούσαν το παρακάτω τραγούδι:

«Ξύπνα περδικομάτα μου κι ήρθα στη γειτονιά σου,
κι αν ήρθες καλωσόρισες και ας έκαμες και κόπο.
Αυτό τον κόπο που ’καμες διπλά θα στον πληρώσω.
Από τα ξένα που ’ρχεσαι τι μου ’φερες εμένα.
Χρυσά πλεξούδια σου ’φερα να πλέξεις τα μαλλιά σου.
Κι αν τα ’φερες τι τα ’θελες και πάλι να τα πάρεις,
εγώ τα μαλλιά μου τα ’πλεξα απ’ το Σαββατοβράδυ.
Βάλε κρασί στο μαστραπά και βγάλτο στον αέρα,
Κι αν δεν το πιώ την Κυριακή, το πίνω τη Δευτέρα ».
Στην αυλή του σπιτιού της νύφης, ο πεθερός «ξεπέζευε» τον γαμπρό, τον φιλούσε και τον έζωνε με ένα ζωνάρι, ο δε γαμπρός, του φιλούσε το χέρι. Η πεθερά περίμενε τον γαμπρό στην πόρτα και τον ασπάζονταν. Όταν μπαίνουν μέσα στο σπίτι, ο βλάμης του γαμπρού φόραγε τα παπούτσια της νύφης και στη συνέχεια γινόταν τα στέφανα.
Η νύφη συνοδευόμενη από δύο δικούς της έβγαινε από το σπίτι, γύριζε προς το σπίτι της και προσκύναγε τρεις φορές. Όλοι οι καλεσμένοι τραγουδούσαν το παρακάτω τραγούδι, που το συνόδευαν οι οργανοπαίκτες:
Σ΄ αφήνω γεια μανούλα μου
Σ΄ αφήνω γεια πατέρα μου ….
Σας αφήνω γεια αδέλφια μου ….
Σας αφήνω γεια….

Ο γαμπρός έπρεπε να είχε δύο άλογα παραπανίσια, στα οποία φορτώνονταν τα προικιά. Με τραγούδια και ντουφεκιές έφταναν στο σπίτι του γαμπρού. Εκεί ο πεθερός ξεπέζευε τη νύφη και ένα μικρό αρσενικό παιδί το περνούσαν τρεις φορές στο σαμάρι και από την κοιλιά του αλόγου, τα δε όργανα και οι τραγουδιστές έλεγαν το παρακάτω τραγούδι:
Εβγα κυρά και πεθερά για να δεχθείς την πέρδικα
το ξεφτεράκι πού ’στειλες, την πέρδικα που σούφερε
για δέστε την πως περιπατεί, σαν άγγελος με το σπαθί.

Η νύφη «σπέρνει» πέντε μήλα, ένα στο γαμπρό μπροστά, ένα πίσω και τα άλλα σταυρωτά, προσκυνούσε τρεις φορές και η πεθερά της, έχυνε κρασί με το τσουκάλι,
οι δε συμπέθεροι φώναζαν: «Χύσε πεθερά κρασί μην το λυπάσαι». Η πεθερά φιλούσε τη νύφη και όλοι μπαίνανε στο σπίτι, όπου συνεχιζόταν το γλέντι.
Την τάξη του γάμου αναλάμβανε ένας γέροντας, ο ίδιος καθόριζε και την σειρά των καλεσμένων, που θα χόρευαν.
Όταν τελείωνε η σειρά του χορού των καλεσμένων, έβαζαν στο χορό τα νιόγαμπρα και ήταν η στιγμή που οι οργανοπαίκτες μάζευαν τα περισσότερα γρόσια,
γιατί κέρναγαν για το χορό αυτό, όλοι οι καλεσμένοι. Όταν τελείωνε ο χορός των νιόγαμπρων, ο γέρος που είχε αναλάβει την τάξη του γάμου, σηκωνόταν
κρατώντας ένα γεμάτο ποτήρι κρασί και έλεγε την παρακάτω ευχή:

Ετούτο το ποτηράκι έχει δυο λογιών κρασάκι
και στη κορφή στο ποτηράκι κάθεται ένα πουλάκι
και κελαηδεί και λέει:
Ετούτο το κρασάκι το πίνουμε στην υγεία
και ευτυχία των νεόνυμφων.
Γεια σας και χαρά σας και καλή καρδιά σας
να ζήσουν εκατό χρόνια και να κάνουν προκοπή
ν΄ασπρίσουν και να γεράσουν κτλ.
Σ΄αυτό το σημείο εύρισκε καιρό η πεθερά να πάρει την νύφη σε άλλο δωμάτιο, που της είχε ετοιμάσει τηγανίτες με βούτυρο, ζαχαρωμένες. Η νύφη προσκύναγε τρεις φορές και καθόταν στο σκαμνί, χωρίς να τρώει από ντροπή.
Κοντά στα ξημερώματα, όταν το γλέντι βρισκόταν στο αποκορύφωμα, έλεγαν και τις ευχές του Νουνού:
Να σου ζήσουν νουνέ,
Όπως κόπιασες με στεφάνια,
να κοπιάσεις και με λάδι.

Το γλέντι συνεχιζόταν μέχρι το πρωί και πριν φύγουν οι καλεσμένοι, έπρεπε να τους κεράσει η νύφη.
Μετά το κέρασμα της νύφης όλοι αποχωρούσαν, αλλά ο γαμπρός Δευτέρα και Τρίτη δεν έβλεπε τη νύφη,
την Τετάρτη τους καλούσε ο πατέρας της νύφης για τα «πιστρόφια» όπως τα λέγανε και όλο το βράδυ της Τετάρτης γλένταγαν στο σπίτι του.
Έτσι συμπληρώνονται οι (8) μέρες του γάμου Τετάρτη σε Τετάρτη, από τα προζύμια μέχρι τα πιστρόφια.

(Πληροφορίες από το βιβλίο του Χρ. Θεοδώρου «Το χωριό μου Κουκούλια Τζουμέρκων» και από γερόντισσες του χωριού)

Άλλα έθιμα

Του Σταυρού περνάει ο παπάς και κάνει αγιασμό στο σπίτια του χωριού. Του δίνουν λεφτά. Παλιότερα δίνανε γεν ΄μα (στάρι, βρίζα) από τη νέα σοδειά.

Της Παναγιάς (21 Νοέμβρη), βράζουν «πολυσπόρια» με καλαμπόκι και άλλα δημητριακά (σιτάρι, φασόλια, ρεβίθια, κουκιά κλπ.). Γι αυτό λένε και «της Παναγιάς της Πολυσπορίτσας».

Τ’ Αντριός (του Αγίου Ανδρέα,30 Νοεμβρίου), βράζουν «πολυσπόρια» με καλαμπόκι και άλλα δημητριακά (σιτάρι, φασόλια, ρεβίθια, κουκιά κλπ.)

Το ξεφλούδισμα: Τους πρώτους χινοπωριάτικους μήνες γινόταν «το ξεφλούδισμα στις ρόκες». Δηλαδή το ξεφλούδισμα της σοδειάς του καλαμποκιού.
Το ξεφλούδισμα γινόταν στα σπίτια τα βράδια με αλληλοβοήθεια (μία στο ένα και μία στο άλλο σπίτι). Στις ατέλειωτες βραδινές ώρες, μια και δουλεύανε μόνο τα χέρια, λέγανε ιστορίες, μύθους, παραμύθια, και τραγούδια.

Του Αγ. Σπυρίδωνα (12 Δεκεμβρίου): βράζουν «Πολυσπόρια» με καλαμπόκι, σιτάρι, φασόλια, ρεβίθια, κουκιά κλπ.

Επισκέψεις στους εορτάζοντες (γιορτάσια): Επισκέπτονταν όλα τα σπίτια του χωριού που είχαν εορτάζοντες.
Επίσης πηγαίνανε επισκέψεις και σε εορτάζοντες διπλανών χωριών με τους οποίους τους συνέδεε συγγένεια ή φιλία.
Γι΄ αυτό το λόγο οι επισκέψεις ξεκινούσανε από το πρωί ή νωρίς το απόγευμα και τελειώνανε αργά το βράδυ,
αφήνοντας τελευταία τα σπίτια εκείνα που θα γινότανε το καλύτερο γλέντι. Στις επισκέψεις δεν πηγαίνανε δώρα και οι νοικοκυραίοι κερνούσανε γλυκά και ποτά.
Τα ποιό συνηθισμένα, ήταν: γλυκά: λουκούμι, ζελεδάκια, και γλυκά του κουταλιού. Ποτά: τσίπουρο, ούζο, κρασί και ντόπιο λικέρ από τσίπουρο με κράνα ή βύσσινα.
Μεζέδες: κεφτεδάκια , τυρί, αυγά και πίτες.

(Η συγκέντρωση των στοιχείων έγινε από πληροφορίες γερόντων του χωριού και από τη λαογραφική συλλογή «Λαική λατρεία» του Χρ.Σκανδάλη, δημοσιευμένη στην Ηπειρώτικη Εστία» τ.28/1976 και 29/1980)

 

line2